1. η πολιτική του Michel Foucault (2010) Μέρος 1ο. Εισαγωγή

(1+2+3,E) M.Foucault FINAL. p.526 (1,0) pmetafas

..η πολιτική του Michel Foucault.. (2010)

 

1. μ1.εισαγωγή.η πολιτική του Michel Foucault.pm

Μέρος 1ο

1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Με δεδομένες κάποιες αμφισημίες αλλά και μετατοπίσεις εστίασης του ενδιαφέροντός του, οι αναγνώσεις και οι ερμηνείες του Michel Foucault παρουσιάζουν μεταξύ τους σημαντικές διαφορές. Είναι για παράδειγμα χαρακτηριστική η διαφορική αντιμετώπιση που του επιφυλάχθηκε σε Αμερική και Ευρώπη: πολλοί αμερικανοί στοχαστές στις μελέτες τους δίνουν περισσότερο βάρος σε μια ενυπάρχουσα “ατομικιστική” διάσταση, σε μια φιλελεύθερη και ριζοσπαστική πτυχή του Foucault–  την ίδια στιγμή, οι περισσότεροι ευρωπαίοι μελετητές δείχνουν μάλλον επιφυλακτικοί όσον αφορά την ιδιόμορφη “στράτευση”, την πολιτική στάση του Foucault και γενικότερα εντοπίζουν το ενδιαφέρον τους πιο συχνά στην επιστημολογική πλευρά των ερευνών του.

Σε συνάρτηση λοιπόν με τις ήδη διαμορφωμένες προσλαμβάνουσες, αλλά και ανάλογα με τις προσδοκίες του καθενός, ανάλογα με το πώς θα ήθελε να κάνει χρήση ο ίδιος του έργου αυτού, οι προσεγγίσεις τελικά του Foucault ποικίλουν.[1] Ο ίδιος φαίνεται να δίνει ομολογουμένως πολλές λαβές για μια τέτοια αντιμετώπιση και ίσως δικαιολογημένα έχει επισημανθεί πως αλλάζει συχνά “πρόσωπα”, μοιάζει παρατήρησαν κάποιοι να φοράει “μάσκες” – μια επισήμανση βέβαια που παραπέμπει ευθέως στον Nietzsche.

Είναι γενικώς αποδεκτό πως η συγγραφική και ερευνητική διαδρομή στην πορεία της ζωής του Foucault δύναται να χωρισθεί, σχηματικά τουλάχιστον, σε τρεις μεγάλες περιόδους.

Την πρώτη περίοδο που φθάνει μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’60, συνηθίζεται να την ονομάζουμε “αρχαιολογική”. Εδώ ο στόχος είναι, μέσω της έρευνας των στρωμάτων ή “σχηματισμών του λόγου” να υπονομευθεί η –υποτιθέμενη- αντικειμενικότητα των “επιστημών του ανθρώπου”, η αξίωσή τους να φθάνουν σε ανεξάρτητες από ιστορικούς καθορισμούς, “αληθείς” αποφάνσεις σχετικά με την ανθρώπινη κατάσταση ή σχετικά με μια κληρονομημένη, δήθεν αναλλοίωτη “ανθρώπινη φύση”.

Η δεύτερη, η λεγόμενη “γενεαλογική” περίοδος, περιλαμβάνει τις εμπειρίες από τα τέλη της δεκαετίας ’60 και εκτείνεται μέχρι περίπου τα μέσα της δεκαετίας του ’70. Τώρα, αυτό που κυριαρχεί είναι μια σημαίνουσα ανάλυση της εξουσίας η οποία φαινομενικά οδηγεί σε ζοφερά συμπεράσματα: η εξουσία δεν χαρακτηρίζεται από μόνη μια αρνητική διάσταση, δεν έχει μόνο ρόλο της την καταπίεση και τον εξαναγκασμό, δεν βαραίνει μόνιμα πάνω μας λέγοντας συνεχώς «όχι», απλώς δηλαδή απαγορεύοντας. Αυτό που κυρίως την καθιστά αόρατη, ύπουλη και εν τέλει ανεκτή είναι το ότι κατορθώνει να «παράγει πράγματα, επιφέρει ηδονή, μορφές γνώσης, παράγει λόγο». Επομένως το ιδιαίτερα σημαντικό στοιχείο είναι η παραγωγική της διάσταση, και το γεγονός ότι διασχίζει ολόκληρο το κοινωνικό σώμα – τα υποκείμενα, τα ίδια τα άτομα είναι παράγωγά της. Στην περίοδο αυτή η πολιτική δράση και ο ακτιβισμός του Foucault είναι πολύ έντονα και συνεχή.

Στην τρίτη περίοδο που ξεκινά από τα τέλη ’70 και φθάνει μέχρι το θάνατό του, ο Foucault φαίνεται να στρέφεται με μεγαλύτερη προσοχή στις δυνατότητες που έχει το άτομο να διαμορφώσει τους όρους καλλιέργειας και ανάπτυξης της προσωπικής του ζωής – πρόκειται για την “ηθική” ή αλλιώς “αισθητική” περίοδο: ο “αληθινός”, “βαθύτερος” εαυτός εξακολουθεί να μην υπάρχει, ωστόσο το “εγώ” δεν αποτελεί ούτως ή άλλως απλή ψευδαίσθηση. Οι μελέτες αρχαίων ελληνικών και ρωμαϊκών κειμένων καταλήγουν στην κεντρική έννοια της «επιμέλειας του εαυτού»: αυτό που έχουμε να κάνουμε δεν είναι να ανακαλύψουμε την υποτιθέμενη πραγματική μας ταυτότητα, να απελευθερώσουμε όσες απωθημένες “φυσικές ανάγκες” ή καταπιεσμένες ορμές, αλλά να επινοήσουμε, να δημιουργήσουμε εκ νέου τον εαυτό μας «ως ένα έργο τέχνης».

Η προοπτική θέασης, η οπτική του ίδιου του Foucault, ο τρόπος τελικά που ερευνά, παρά τους σημαντικούς διανοητικούς αναπροσανατολισμούς που λαμβάνουν χώρα στην πορεία του χρόνου, έχει κάποια σταθερά “επιστημολογικά” και μεθοδολογικά χαρακτηριστικά.

Θα παρακολουθήσουμε αναλυτικά πιο κάτω την τροχιά του λόγου του, εν τούτοις, εάν επιχειρούσαμε να σχηματίσουμε σε λίγες μόλις γραμμές μια πρώτη εικόνα που θα μπορούσαμε δώσουμε συνοπτικά είναι και αυτή: η στάση του Foucault είναι λοιπόν εν πρώτοις “σκεπτικιστική” και “αντι-τελεολογική”, στο βαθμό ακριβώς που δεν διέπεται από καμία πίστη σε κάποιο τελικό αίτιο ή απώτερο σκοπό. Είναι, “αντι-υποκειμενιστική”, “αντι-ανθρωπιστική” και “αντι-νατουραλιστική” διότι τα ανθρώπινα όντα δεν θεωρούνται φορείς μιας αναλλοίωτης “ανθρώπινης φύσης”, φορείς δηλαδή α-ιστορικών, καθολικών “φυσικών” ιδιοτήτων. Η στάση του επομένως είναι “αντι-ουσιοκρατική” επειδή ακριβώς δεν υπάρχει κάποια βαθύτερη αληθινή “ουσία” την οποία θα έπρεπε (ιδανικά) οι άνθρωποι να πραγματώσουν.

Είναι επίσης “αντι-ιστορικιστική” και “μη μονιστική” η οπτική του Foucault,  νομιμοποιούμαστε δε μάλλον να την τοποθετήσουμε στο ρεύμα εκείνο σκέψης που ονομάστηκε “μετα-δομισμός”, με την έννοια ότι δεν διαπιστώνει πολιτισμικές πανανθρώπινες “σταθερές” ούτε αμετάβλητα υπερβατικά θεμέλια. Είναι ακόμη η οπτική του “νομιναλιστική” και “αντι-μεταφυσική”: πίσω από τις λεκτικές μας κατασκευές καθολικών εννοιών δεν διαβλέπει κάποια πραγματική υπόσταση και ουσία. Με μια ευρεία έννοια είναι επίσης “κατασκευασιοκρατική”: το άτομο και οι συμπεριφορές του θεωρούνται ακριβώς κατασκευές του εκάστοτε ιστορικού πολιτισμού και των κοινωνικών σχέσεων που τον διέπουν.

Τέλος, η προσέγγιση του Foucault είναι μεν “προοπτικιστική” αλλά όχι “σχετικιστική”: δεν είναι όλες οι θέσεις που θα μπορούσαμε να πάρουμε απέναντι στα πράγματα ισόκυρες και ισάξιες- επιλέγουμε και υιοθετούμε μια στάση συγκεκριμένη έχοντας επίγνωση και δηλώνοντάς το παράλληλα ότι, ακριβώς, είναι μια προοπτική θέασης ανάμεσα σε πολλές άλλες.[2]

 

Ο Foucault δεν έκρυψε πως ο στοχαστής ο οποίος τον γοήτευσε περισσότερο από όλους ήταν ο Nietzsche. Ασφαλώς επηρεάστηκε σημαντικά από τον Marx, τον Freud και από άλλους στοχαστές, ωστόσο η επιρροή του Nietzsche υπήρξε καταλυτική. Έπειτα από την πρώτη αρχαιολογική περίοδο, η οποία τον έφερε κοντά στον δομισμό,[3] και αρνούμενος τη “διαλεκτική” και τις ολιστικές αναφορές, η μεθοδολογική επιλογή που τελικώς θα κάνει ο Foucault είναι αυτή της “γενεαλογίας”: η ιστορική έρευνα μας αποκαλύπτει πως οι σύγχρονές μας παγιωμένες αντιλήψεις, οι κατασταλαγμένες πρακτικές και ατομικές στάσεις, οι τετριμμένες και κοινώς αποδεκτές έννοιες, δεν υποκρύπτουν κάποια βαθύτερη αλήθεια – ούτε κάποιου είδους αναγκαιότητα – είναι επομένως δεκτικές σε αλλαγή, σε τροποποίηση.

Η υιοθέτηση από τον Foucault της νιτσεϊκής ριζικής κριτικής έναντι της έννοιας της “αλήθειας” (ηθικής ή άλλης) μας οδηγεί σε διανοητικά μονοπάτια αδιάλειπτης καχυποψίας, ίσως θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ακόμη και λανθάνοντος “μηδενισμού”: εάν οι μάχες δεν δίνονται για να αποκαλυφθεί το πέπλο της “ιδεολογίας” ή της “αποξενωμένης συνείδησης”, αλλά δίνονται για την ίδια την “αλήθεια”. Εάν βέβαια η πολύπαθη αυτή αλήθεια είναι εν τέλει το ίδιο το τρόπαιο για τον νικητή, τότε πιθανές αξιώσεις για μια ίσως όχι γραμμική αλλά πάντως ανέφελη πορεία με οδηγό τον “ορθό Λόγο” προς την “πρόοδο”, το λυτρωτικό φως της επιστήμης κλπ. καθίστανται πράγματι προβληματικές.

Έχοντας ως οδηγό τα βιβλία που εξέδωσε, τις πανεπιστημιακές παραδόσεις, τα κείμενα των διαλέξεων, τις πολυάριθμες συνεντεύξεις καθώς και ορισμένες δημοσιογραφικές ανταποκρίσεις, και επίσης με αδιάψευστα τεκμήρια τις κινήσεις αλληλεγγύης στις οποίες προέβη μαζί με άλλους, τις ακτιβιστικές δράσεις στις οποίες ενεπλάκη κατά καιρούς και τις ομάδες αντιπληροφόρησης όπου συμμετείχε, έχω προσωπικά την γνώμη πως η στάση και πρακτική του Foucault, με μεγαλύτερη συνέπεια και εύλογα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ριζοσπαστική, κριτική, μάχιμη, ακόμη και -με μια ιδιαίτερη έννοια- πολιτικά “στρατευμένη”, και όχι φυσικά μια στάση ουδέτερη ή αποστασιοποιημένη ‘ δεν είναι ούτε ανέλπιδη, ούτε αδιάφορη για την οποιαδήποτε έκβαση ή “ακραία μηδενιστική”. Δίνοντας ασφαλώς προσοχή στις κατά καιρούς μετατοπίσεις ή και σε ορισμένες απορίες που δημιουργεί ενίοτε ο ιδιόμορφος λόγος του, νομίζω τελικά πως μια ανάγνωση που θέλει τον Foucault απλώς “πεσιμιστή”, κάποιον που εμπνέει μόνο τη φιλοσοφική απελπισία και την απόγνωση ή την παραίτηση παρά δίνει κίνητρα και εργαλεία για αντίσταση και εναντίωση στο υφιστάμενο κοινωνικο-πολιτικό status quo, είναι εν τέλει “άστοχη”.

Ο ίδιος ο Foucault είχε εκφράσει ρητά την ελπίδα το έργο του να αποτελέσει μια «χρήσιμη εργαλειοθήκη». Αφήνοντας κατά μέρος μια συζήτηση η οποία θα περιστρεφόταν αέναα γύρω από τον εαυτό της, μια φιλονικία περί “ορθοδοξίας” για την μια και “μόνη ορθή” ερμηνεία του, πιστεύω πως πιο γόνιμο θα ήταν, εάν πράγματι δυσφορούμε σε έναν πολιτισμό που απαιτεί από εμάς πειθαρχημένα να αναπαράγουμε τις κυρίαρχες νόρμες, να ελέγξουμε προσεκτικά τι πραγματικά μπορούμε να πράξουμε με τη βοήθεια και των εννοιολογικών εργαλείων που μας άφησε ο Foucault ως παρακαταθήκη. Ένα εργαλείο δεν μπορεί να κάνει οτιδήποτε θελήσουμε – προορίζεται για κάτι. Ωστόσο, ίσως αυτός ο σκοπός που είναι ενσταλαγμένος μέσα του, να διαθέτει αρκετή πλαστικότητα και ευελιξία ώστε να μας αφήνει για το λόγο αυτό σημαντικά περιθώρια αυτενέργειας, φαντασίας, επινόησης και αυτονομίας.

Θα προσπαθήσω να δείξω πως ο τρόπος ιστορικής έρευνας που πρότεινε, οι γενεαλογίες που κατέγραψε ο ίδιος ο Foucault, και αυτές που υπέδειξε και μένει σε εμάς να επωμιστούμε και να ερευνήσουμε περαιτέρω, μπορούν να αποτελέσουν -υπό συνθήκες ασφαλώς πάντα συγκεκριμένες- τη σκαπάνη που θα τραυματίσει τη καταθλιπτική ακινησία όσων δομών μας συνθλίβουν. Με τα εργαλεία που μας παρέδωσε ίσως ακόμη θελήσουμε να αποπειραθούμε να σμιλέψουμε αλλιώς τον ίδιο τον εαυτό μας. Εν τούτοις όπως έλεγε ο ίδιος ο Foucault «τα πάντα είναι επικίνδυνα», και έτσι η διαδρομή είναι οτιδήποτε άλλο εκτός από εύκολη. Η προτροπή του σε έναν «υπερ- και πεσιμιστικό ακτιβισμό» είναι πιστεύω δηλωτική αυτής ακριβώς της έντασης, η οποία φαίνεται να τον διατρέχει εσωτερικά: η υποψία ναι μας καθιστά πιθανόν απαισιόδοξους, εν τούτοις είναι απλώς αδύνατον να μην (αντι-)πράξουμε, να μην αντισταθούμε.

Η “ένταση” αυτή στην οποία αναφέρομαι, είναι με μια έννοια οδυνηρή και αφορά ακριβώς αυτό: οι πολλαπλοί αποκλεισμοί, οι ζοφερές “ετεροτοπίες” των εγκλεισμών, η λεπτομερείς εργασίες της πειθαρχίας επάνω μας, όλα αυτά που μας καταθλίβουν, με μια αντίστροφη κίνηση θα προκαλούν πάντοτε, αναπόφευκτα αντίρροπες δυνάμεις. «Κάτι πάντοτε», όπως επισημαίνει ο Foucault, «θα διαφεύγει της εξουσίας»: η καθυπόταξή μας δεν θα είναι ποτέ ολοκληρωτική. Εν τούτοις βέβαια, δεν υφίσταται προδιαγεγραμμένο κανένα “τέλος”, ενώ την ίδια στιγμή καραδοκεί ο κίνδυνος της αυτο-παγίδευσης: στην εναντίωσή μας, η επίκληση στόχων, αξιών ή προγραμμάτων τα οποία κατασκευάστηκαν από την μοντέρνα εξουσία μας επιστρέφει ξανά πίσω στην πρόθυμη αγκαλιά του συστήματος που πολεμάμε και το οποίο αποδεικνύει μόνιμα πως κατέχει εγγενώς μια τεράστια αφομοιωτική δυναμική.

Στην εργασία αυτή θα μας απασχολήσει κυρίως αυτή η “μάχιμη” πλευρά του Foucault. Έπειτα από μια σύντομη παρέκβαση στα κυριότερα έργα της πρώτης περιόδου, θα αφήσουμε πίσω την νηφάλια αρχαιολογική εκσκαφή και θα κατευθύνουμε την προσοχή μας στον γενεαλόγο, τον λεγόμενο “πολιτικό” Foucault: με βάση το πώς ο ίδιος επεξεργάστηκε τις εμπειρίες που είχε και με θεμέλιο ασφαλώς το δικό του εννοιολογικό οπλοστάσιο και ιδιαίτερα την δική του εννοιοδότηση της «εξουσίας», μπορεί κάποιος να ανιχνεύσει ιδιότυπες συνάφειες, μπορεί να εικάσει πιθανές ας τις πούμε “πολιτικές γέφυρες” ή ιδιόμορφες συμμαχίες και εναλλακτικές δυνατότητες αντίστασης. Μπορεί ακόμη κάποιος να διερευνήσει πειραματισμούς, να επινοήσει νέες σχέσεις με τους άλλους και με τον εαυτό του, να φανταστεί καινοφανή “στυλ” ζωής.

Οι απόψεις του Foucault (πέραν του Καλού και του Κακού) προκάλεσαν συχνά διαμάχες και ενίοτε σφοδρές επιθέσεις εναντίον του. Μια συνήθης κατηγορία που απευθύνεται στον Foucault είναι ότι παρ’ όλο που θεωρούσε οποιοδήποτε “ηθικό σύστημα” παράγωγο της εξουσίας, και μολονότι απέρριπτε υποτίθεται οποιοδήποτε “κανονιστικό”, “δεοντολογικό θεμέλιο” για το πολιτικό πράττειν, ωστόσο ο ίδιος έπραττε, ή παρακινούσε εμάς σε δράσεις οι οποίες επί της ουσίας κινητροδοτούνται και εμψυχώνονται υπόγεια από τέτοιου είδους ακριβώς αξίες και λανθάνουσες αρχές. Σημαντική μέσα στα πλαίσια αυτά είναι και η διαμάχη γύρω από την έννοια και τη σημασία των “ανθρωπίνων δικαιωμάτων”.[4] Ένα από τα ζητήματα που θα εξετάσουμε είναι, ανάμεσα σε άλλα, και η μομφή για ηθικό “ντεσιζιονισμό” που του προσάπτεται. Η “θεμελιοκρατική”, όπως έχει επικρατήσει να ονομάζεται, φιλοσοφική παράδοση αντιμετωπίζει με εχθρότητα την στάση του Foucault: τη θεωρεί α-μοραλιστική και αυθαίρετη, θεωρεί δηλαδή ότι κατά κάποιον τρόπο …υπερίπταται, στερείται αρχών ή κανόνων.

Ο Foucault δεν θέλησε και δεν διαμόρφωσε μια συμπαγή “ολική” θεωρία, ένα κλειστό θεωρητικό σύστημα που λίγο έως πολύ εξηγεί (“επιστημονικά”) τα πάντα. Εχθρός ο ίδιος οποιασδήποτε τέτοιας δογματικής επιδίωξης αρκέστηκε να αποδομεί, σταθερά και με ακρίβεια, πολλά βολικά θέσφατα ή απόλυτες καθιερωμένες “αλήθειες”. Η αντιμετώπιση βεβαίως εκ μέρους του των διασημότερων θεωριών του 20ου αιώνα –  του μαρξισμού, της ψυχανάλυσης, ή της φαινομενολογίας και του υπαρξισμού- δεν υπήρξε ταυτόσημη, ενώ ασφαλώς οι οφειλές του στη σκέψη του Marx ή και του Freud είναι αναντίρρητες και εξαιρετικά σημαντικές. Μπορούμε ωστόσο νομίζω να θεωρήσουμε τελικώς ως ακρογωνιαίο λίθο των αναλύσεών του ακριβώς την βαθμιαία διάλυση της θεμελιώδους έννοιας του “υποκειμένου”.

Με τα λόγια του ίδιου του Foucault, σκοπός των ερευνών που ανέπτυξε ήταν να διατυπώσει μια «γενεαλογία του σύγχρονου υποκειμένου ως ιστορικής και πολιτισμικής πραγματικότητας». Πρόκειται λοιπόν για μια προσπάθεια ανάλυσης των «τρόπων αντικειμενοποίησης», των σχέσεων εξουσίας και των μορφών γνώσης μέσω των οποίων οι άνθρωποι «συγκροτούνται ως υποκείμενα».[5] Εναλλακτικά: στόχος είναι η ανάδειξη και ανάλυση του τρόπου με τον οποίο οι άνθρωποι μεταχειρίζονται τον εαυτό τους -και διαχειρίζονται τους άλλους- μέσα από την καθιέρωση «καθεστώτων αλήθειας». Ή αλλιώς: στόχος είναι η ανάλυση του τρόπου με τον οποίο ένα συγκεκριμένο «καθεστώς ορθολογισμού» ορίζει ταυτόχρονα κανόνες και διαδικασίες σύμφωνα με τα οποία πρέπει να πραγματοποιείται η δράση, καθώς και «αληθείς λόγους» οι οποίοι νομιμοποιούν τις δραστηριότητες μέσα από την παροχή συγκεκριμένων αιτίων και αρχών.[6]

Σε ότι αφορά, όχι την επιστημολογική αλλά την πολιτική διάσταση του προβλήματος (χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει πως αυτές οι διαστάσεις δεν σχετίζονται κατά έναν τρόπο), με δεδομένο ότι ως άτομα όλοι μας έχουμε συγκροτηθεί από τις τεχνικές του συμπλέγματος «εξουσία/ γνώση», η προτροπή του Foucault είναι ομολογουμένως δύσκολη: να εγκαταλείψουμε αυτό που είμαστε, να αποστασιοποιηθούμε από τον ίδιο τον εαυτό μας -και να τον δημιουργήσουμε ίσως ξανά ως ένα είδος «έργου τέχνης».

Η μοντέρνα μορφή υποκειμενικότητας είναι αποτέλεσμα της άσκησης της «πειθαρχικής εξουσίας» και της «βιοεξουσίας»: παραχθήκαμε ως “πειθήνια και νομοταγή”, “λογικά και υπεύθυνα”, με τάση προς εξομολόγηση ή σεξουαλικώς “φυσιολογικά” (“normal”) άτομα… Η αντίσταση υποστηρίζει ο Foucault, σε αυτή τη μορφή ατομικότητας που φέρει τη σφραγίδα της εξουσίας, είναι ένας «αγωνισμός», ένας αγώνας δηλαδή του καθενός μας στη διάρκεια του οποίου ταυτοχρόνως αυτο-διαμορφωνόμαστε. Ωστόσο βέβαια θα παρατηρήσουν κάποιοι, ανακύπτουν πολλά ερωτήματα: μπορεί η πάλη αυτή να είναι “άνευ ορίων”; “Νομιμοποιείται” να πάρει οποιαδήποτε μορφή; Θα προσπαθήσω να εξετάσω με λεπτομέρεια πώς εννοεί ο Foucault την «αντίσταση». Πρόκειται για μια έννοια η οποία όπως θα δούμε φαίνεται να σημαίνει μάλλον λίγο διαφορετικά πράγματα, σε συνάρτηση πάντα με την “περίοδο” στην οποία βρισκόμαστε. Μιλώντας για «αμφισβήτηση», «υπέρβαση», «αντίσταση», «εξέγερση» ή «αγωνισμό», δεν πρόκειται θα λέγαμε για μια γενική, αόριστη ή διάχυτη “αντιθεσμική” δράση.

Σε μια ανιούσα ανάλυση από τα χαμηλότερα επίπεδα «τριχοειδούς άσκησης της εξουσίας», προς τις υψηλότερες ολοκληρώσεις και στερεοποιήσεις της, ο Foucault εξέτασε με εξαιρετική διαύγεια τις εσωτερικές λειτουργίες θεμελιωδών για την κοινωνία μας όπως υφίσταται σήμερα, θεσμών και ιδρυμάτων: το σχολείο, η φυλακή, τα ψυχιατρεία, το ίδιο το δικαστικό σύστημα… Εφόσον η εξουσία γίνεται αποδεκτή στον βαθμό ακριβώς που παραμένει κρυφή, οφείλουμε να την ξεσκεπάσουμε. Και προκύπτει εδώ δικαιολογημένα η ερώτηση: η αποκάλυψη των μηχανισμών της εξουσίας αρκεί; μπορεί από μόνη της να αποτελέσει το έναυσμα για να αγωνιστούμε; Η γενεαλογική μας έρευνα δηλαδή θα αποτελέσει και τον έσχατο λόγο της πάλης μας; Ο ίδιος ο Foucault πάντως δεν αρκέστηκε στις εμπειρικές μελέτες: πήρε θέση, εναντιώθηκε έμπρακτα, συγκρούστηκε. Ποιο ήταν λοιπόν τότε, ρωτούν, το κίνητρό του;

Η χαρακτηριστική στάση του Foucault να αρνείται να εκθέσει έναν επιδιωκόμενο “ιδανικό στόχο” και μια ιδεατή τελική κατάσταση, η άρνησή του επίσης να υποδείξει τον (“μοναδικό”) “ορθό” κάθε φορά τρόπο να δράσουμε, φαίνεται να μας αφήνει έκθετους ή μετέωρους. Ωστόσο νομίζω ο Foucault είναι μέχρι τέλους συνεπής: δεν υπάρχουν ασφαλώς προκαθορισμένες λύσεις εν είδη συνταγών. Όπως τόνισε κάποια στιγμή ο ίδιος καθώς παρουσίαζε τις έρευνές του για την φιλελεύθερη μορφή ορθολογικότητας και τους αντίστοιχους μηχανισμούς (dispositifs) της «βιοπολιτικής» ρύθμισης, στον σύγχρονο κόσμο μας μια ολόκληρη σειρά «κυβερνητικών ορθολογικοτήτων» αλληλεπικαλύπτονται, στηρίζονται η μία πάνω στην άλλη, αμφισβητούνται αμοιβαία, και αντιμάχονται η μια την άλλη: τέχνη διακυβέρνησης σύμφωνα με την αλήθεια, τέχνη διακυβέρνησης σε συμφωνία με την ορθολογικότητα του κυρίαρχου κράτους, τέχνη διακυβέρνησης σύμφωνα με την ορθολογικότητα των οικονομικών παραγόντων, και πιο γενικά σύμφωνα με την ορθολογικότητα των ίδιων των κυβερνώμενων… Όλες αυτές οι διαφορετικές τεχνολογίες, οι διαφορετικοί τύποι υπολογισμού, εξορθολογισμού και ρύθμισης, όλα αυτά συνιστούν το αντικείμενο της πολιτικής διαμάχης. Στο σημείο δηλαδή όπου τέμνονται οι διαφορετικές τεχνικές διακυβέρνησης εκεί γεννιέται η πολιτική.

Οι περισσότεροι όσοι συμφωνούν με την ανατροπή, τη διάλυση των μηχανισμών που αναπαράγουν την εκμετάλλευση και την καταπίεση, και επιδιώκουν έναν συνολικό κοινωνικό μετασχηματισμό, οραματίζονται με γνώμονα κάποιου είδους «ουτοπία»: για τον Foucault αυτού του είδους το «τέλος» είναι αν όχι επικίνδυνο τουλάχιστον παραπλανητικό.

Η κοινωνία μας αντιμετωπίζεται από πολλούς ως ένα αφηρημένο «όλον» το οποίο αναζητά (δήθεν) την μέγιστη “αρμονία και συνοχή”, την “ευρύτερη συναίνεση”, την πολυπόθητη “κοινωνική ειρήνη” κ.ο.κ. Εν τούτοις το κοινωνικό έδαφος βρίθει από κατάφορες αδικίες, σχίζεται από αντιθέσεις, σπαράσσεται από ανταγωνισμούς. Η πειθαρχική εξουσία, θέτοντας σε (μερική) αχρηστία το παλαιότερο νομικό οπλοστάσιο προστασίας των ατόμων από τις καταχρήσεις του ηγεμόνα της κλασικής εποχής, είναι στην μοντέρνα εποχή πανταχού παρούσα σε όλο τον κοινωνικό ιστό: παράγει με αμείωτη ένταση υπάκουα, ευάγωγα, παραγωγικά άτομα. Το κράτος, μια στρατηγική κωδίκευση των σχέσεων εξουσίας, μπορεί επί της ουσίας να υπάρξει μόνο επί τη βάσει αυτής ακριβώς της μορφής ατομικότητας.

Γύρω από το πρόβλημα του κράτους έχουν γραφεί χιλιάδες σελίδες και έχουν διατυπωθεί πολλών ειδών επιχειρηματολογίες. Τι μένει τελικά που μπορεί να κάνει κανείς; Ποιες είναι οι πολιτικές συνεπαγωγές αυτών των θέσεων του Foucault και ποιες πρακτικές “προτάσεις” ανακύπτουν από τις αναλύσεις;

Έπειτα από την κυκλοφορία του πρώτου τόμου της Ιστορίας της Σεξουαλικότητας το 1976, διακρίνουμε μια σταδιακή μετακίνηση. Στο έργο του Τι είναι Διαφωτισμός, ο Foucault υποστηρίζει ότι η «κριτική» απέναντι στον εαυτό μας και στον κόσμο πρέπει να είναι συνεχής, αδιάλειπτη, ωστόσο -το κυριότερο- πρέπει να είναι γενεαλογική: με τον τρόπο αυτό θα επιδιώξει «να δώσει ορμή κατά το μεγαλύτερο δυνατό μήκος και πλάτος στο απροσδιόριστο έργο της ελευθερίας».

Κάθε μορφή εξουσίας λοιπόν, περικλείει τη δυνατότητα της ανατροπής της, και κάθε απαγόρευση δημιουργεί «τον χώρο για μια ενδεχόμενη υπέρβασή της». Το “υποκείμενο” δεν αποτελεί το θεμέλιο της σκέψης και της ιστορίας αλλά το σύνθετο προϊόν τους, ωστόσο δεν αποτελεί και μια απλή μυθοπλασία ‘ δεν είναι “ελεύθερο” αλλά ούτε και απλή μαριονέτα της εξουσίας.

Ας το υπογραμμίσουμε: δεν υπάρχει κάτι όπως ένα “αληθινό εγώ”, μια μόνιμη αρραγής ενότητα. Σε αντίθεση με τον Freud μάλιστα ο Foucault δεν πιστεύει καν στην “απώθηση”, ενώ εμφανίζεται δύσπιστος έναντι της χρήσης της έννοιας της “καταπίεσης” από τον V.Reich. Αρνείται την ύπαρξη μόνιμων, φυσικά προσδιορισμένων αναγκών και ηδονών που απωθήθηκαν εξαιτίας κοινωνικών εξαναγκασμών. Η αρχαιοελληνική «επιμέλεια του εαυτού», σε αντίθεση με την ψυχανάλυση, δεν καθοδηγεί μια διαδικασία ανακάλυψης της “πραγματικής” ταυτότητας κάποιου, παρά αποτελεί μια πορεία επινόησης και δημιουργίας του ποιος μπορεί να είναι κανείς. Η μελέτη της πορείας της δικής του ζωής αλλά και των θέσεων που εξέφρασε ο Foucault κατά καιρούς (ρητά ή μη) απαντά έμμεσα αλλά όπως είναι εύλογο δημιουργεί και μια σειρά από ερωτηματικά και απορίες. Θα τις διατυπώσω και θα επιχειρήσω μια απάντηση – από τη δική μου σκοπιά.

Θα μπορούσε κάποιος να αναρωτηθεί: μα ποια είναι τέλος πάντων η θέση εκφοράς του ίδιου του δικού του λόγου; Δεν μπορούμε τον Foucault να τον τοποθετήσουμε σε κάποια οικεία, γνώριμη θέση στο πολιτικό φάσμα όπως αυτό διαμορφώθηκε κατά την περίοδο της νεωτερικότητας στη Δύση; Η απάντηση είναι πιστεύω πως όχι, όχι ακριβώς, και αυτό παρ’ όλες τις θεωρητικές συγγένειες τις οποίες μπορούμε να διαπιστώσουμε. Η απερίφραστη υιοθέτηση της νιτσεϊκής ριζικής κριτικής της “αλήθειας” και η ανάδειξη μιας άλλης, σκοτεινής και αφανούς λίγο έως πολύ όψης της εποχής του Διαφωτισμού, καθιστά και την αναγνώριση των σημείων εγγύτητας, ή επαφής με το γνώριμο πολιτικό ανάγλυφο της εποχής μας μάλλον δύσκολη.

Κατόπιν της διαγραφής του από το Κομμουνιστικό Κόμμα της Γαλλίας το 1952, και έπειτα από την δριμεία κριτική που άσκησε στον “υπαρκτό σοσιαλισμό”, πολλοί αποκάλεσαν τον Foucault …«αντι-κομμουνιστή». Κατά τη διάρκεια κυρίως της τέταρτης δεκαετίας της ζωής του δεν ήταν λίγοι εκείνοι που χαρακτήρισαν, άλλοι επικριτικά άλλοι με συμπάθεια, την στάση του ως «ακραία αριστερίστικη». Κάποιοι μελετητές επιμένουν να δημιουργούν πολιτικές γέφυρες επικοινωνίας με κάποιου είδους μαρξισμό ή “μετα-μαρξισμό”. Ορισμένοι άλλοι, σε εντελώς διαφορετική κατεύθυνση, ανιχνεύουν την σχέση του έργου του με πολιτικές πρακτικές που ανήκουν θα λέγαμε παραδοσιακά στο χώρο του αμιγούς φιλελευθερισμού, ενώ άλλοι πάλι αναζητούν λανθάνουσες συνάφειες με μια «σοσιαλιστική δημοκρατική πρακτική». Κάποιοι ακόμη έχουν επιχειρήσει να υποδείξουν “ομοιότητες” κάποιων τοποθετήσεων του Foucault για την εξουσία και το κράτος με τις φιλο-φασιστικές τοποθετήσεις του Karl Schmit.

Ο ειρωνικός ανατόμος Foucault για πολλά συνεχή έτη εξέθεσε την αρνητική πλευρά της Νεωτερικότητας, χωρίς να αναγνωρίζει παρά ελάχιστα θετικά επιτεύγματα. Παρ’ ότι αποδεχόταν πως δεν μπορεί κάποιος να πολεμήσει τον ίδιο τον “Λόγο”, αρνούνταν κατηγορηματικά ότι ο “ορθός Λόγος” μπορεί να μας βγάλει από το αδιέξοδο – γιατί ο ορθός Λόγος είναι ο ίδιος εργαλείο και μέρος του προγράμματος του Διαφωτισμού. Μέσα τελικά σε αυτό το ζοφερό τοπίο το οποίο ο ίδιος ο Foucault φωτίζει προκειμένου να μπορέσουμε να αντιληφθούμε τις υπόγειες αλλά και απολύτως “υλικές” διαδρομές της εξουσίας, εκείνος τάσσεται με τα θύματα των αποκλεισμών, της καταπίεσης και της εκμετάλλευσης.

Με αφορμή τη μελέτη του για την τρέλα, ο Michel Serres θα γράψει κάποτε για τον Foucault, πως εκείνο που χαρακτηρίζει την ιστορική του έρευνα είναι «μια βαθιά αγάπη… γι’ αυτόν τον σκοτεινό πληθυσμό» στον οποίο καθώς φαίνεται αναγνωρίζει «τον άλλο μας εαυτό». Αυτή η παραπάνω παρατήρηση ο Αλέξανδρος Νεχαμάς δηλώνει την άποψη πως «ισχύει για οτιδήποτε έγραψε ο Foucault για τους στερημένους από τα πολιτικά δικαιώματα – για τους φτωχούς, τους εγκληματίες, τους κρατούμενους, τους ερωτικά ανορθόδοξους, τους εργοστασιακούς εργάτες, ακόμη και για τα παιδιά που παρακολουθούσαν το αυστηρό σχολείο του 19ου αιώνα».[7]

Ωστόσο, παρά τη δριμεία κριτική των θεσμών, στην πράξη η άρνηση να υποδείξει συγκεκριμένες λύσεις οδηγούσε τον Foucault κυρίως σε προσπάθειες να ακουστούν οι φωνές, ο λόγος είτε των έγκλειστων είτε των ομάδων που αποκλίνουν από την κοινωνική νόρμα. Η σαφής απόσταση από ορισμένους επαγγελματίες της πολιτικής που μιλούν ακατάπαυστα “εν ονόματι” (των προλετάριων κ.ά.), καθώς και αυτή η άρνηση υπόδειξης μεταρρυθμιστικών βελτιώσεων τον καθιστούσε μονίμως ευάλωτο σε κατηγορίες για κυνισμό, μηδενισμό ή ακόμη και για “ριζοσπαστικό δανδισμό”.

Στον Foucault έχει ασκηθεί λοιπόν (σε πολιτικό με την ευρύτερη έννοια επίπεδο) δριμεία κριτική: είτε για «έλλειψη μιας θεωρίας για το κράτος», είτε για την εγκατάλειψη από μέρους του της διαλεκτικής λογικής, είτε για “κρυπτο-κανονιστικότητα” κλπ. Κυρίως όμως η συνήθης κριτική αφορά την μη περισταλτική σημασιοδότηση της “εξουσίας”, αναφέρεται δηλαδή στην “φύση” που της αποδίδεται ως υποτίθεται “πρωταρχικής”, “εγγενούς” και διάχυτης στο κοινωνικό πεδίο. Εάν η εξουσία είναι “παντοδύναμη” και “πανταχού παρούσα” μήπως οδηγούμαστε σε μια νέα μεταφυσική; Θα αναφερθώ παρακάτω αναλυτικά στην κριτική αυτή.

Ο J.Habermas χαρακτήρισε τον Foucault ως έναν «αναρχικό συνεχιστή του Nietzsche». Για άλλους στοχαστές θεωρείται ως ένας από τους προδρόμους του λεγόμενου “μετα-μοντερνισμού”. Ο ίδιος ο Foucault σε μια συζήτηση αποκάλεσε τον εαυτό του έναν «αναρχικό της αριστεράς».

Οι ιστορικές έρευνές του είναι πιστεύω πραγματικά πολύ ενδιαφέρουσες. Θα μπορούσε ο Foucault να “τακτοποιηθεί” χωρίς περαιτέρω προβλήματα σε μια βολική τοποθεσία ενός γνώριμου, και έτσι μη ενοχλητικού, “-ισμού”; Και ακόμη  παραπέρα, χρειάζεται να “ταξινομηθεί”; θα έπρεπε να το επιδιώξουμε; Η γενικότερη τοποθέτησή του σε ένα σημείο εποπτείας της ίδιας της “ιστορίας των συστημάτων της σκέψης”, η προοπτική μελέτης σχηματισμών λόγου, έλλογων (discursive) και μη-έλλογων πρακτικών, οι ανασκαφές που φέρνουν στην επιφάνεια την άλλη ζοφερή όψη της εποχής του Διαφωτισμού, όλα αυτά καθιστούν την συνολική τοποθέτησή του μάλλον σύνθετη υπόθεση. Μέσα σε ποια πλαίσια αποκτά ο λόγος του Foucault τη μέγιστη δραστικότητα που δύναται να έχει; Ποια “αποτελέσματα αλήθειας” παρήγαγε και εξακολουθεί να παράγει; Ποιες υπήρξαν ή ποιες είναι δυνατόν να είναι οι πολιτικές χρήσεις των αναλυτικών εργαλείων του;

Είναι βέβαιο: χωρίς προσεκτική οροθέτηση και σαφή διευκρίνιση των εννοιών που εισάγονται διακινδυνεύουμε απλοποιήσεις ή ακόμη και πιθανή στρέβλωση. Ενδεχόμενες δε αναγωγές ή απλουστεύσεις κινδυνεύουν να αποδειχθούν απλώς προβολές των δικών μας, ανομολόγητων ίσως, επιθυμιών επάνω στον καμβά των δικών του μελετών.

Η στάση και ο ακτιβισμός που υιοθέτησε ο Foucault, τουλάχιστον από τα τέλη της δεκαετίας του ’60 έως τα τέλη αυτής του ’70, αποτέλεσαν μια αγωνιστική μαχητική και ριζοσπαστική πρακτική. Θα προσπαθήσω να δείξω, ιχνηλατώντας τον δικό του λόγο, πως η πολιτική σημασία των ερευνών και των θέσεών του είναι πράγματι μεγάλη εάν αναφερόμαστε σε μια ριζική κριτική του παρόντος μας. Θα παρουσιάσω εν συντομία και ορισμένες από τις σημαντικότερες κριτικές που του ασκήθηκαν. Ασφαλώς δεν έχουν όλες τις ίδιες αφετηρίες ούτε στοχεύουν στα ίδια πράγματα, αξίζει εν τούτοις να τις παρακολουθήσουμε: κάποιες φωτίζουν ακόμη περισσότερο τα σημεία απόσπασης από την κλασική αριστερή (μαρξιστική) ανάλυση, κάποιες άλλες βοηθούν να δούμε τα σημεία πιθανών παρανοήσεων ή και στρεβλώσεων. Οι απαντήσεις σε κάποιες από τις επικρίσεις ενάντια στον Foucault θα αναδυθούν αβίαστα στην πορεία.

 


[1] Εξετάζοντας μια σειρά σύγχρονους στοχαστές διαπιστώνουμε πολλαπλές και σημαντικά διαφορετικές οικειοποιήσεις του έργου του Foucault. Δυτικότροπος μαρξιστής, όψιμος νιτσεϊστής, ετερόδοξος χαϊντεγκεριανός, μεταμοντερνιστής, δομιστής ή μεταδομιστής… Ο Henri Lefebvre χαρακτήρισε την σκέψη του Foucault «νεο-ελεατισμό» ‘ άλλοι τον χαρακτήρισαν ως “κυνικό” φιλόσοφο… Όλα αυτά είναι μερικοί μόνο από τους χαρακτηρισμούς που κατά καιρούς του αποδόθηκαν (βλπ. για παράδειγμα και Martin Jay: “In the Empire of the Gaze”, Foucault. A Critical Reader, Basil Blackwell, Cambridge 1991, σελ. 187).

[2] “Critical Theory/ Intellectual History”, βρίσκεται στο Politics, Philosophy, Culture- Interviews & Other Writings 1977-1984, [ed.] L.D. Kritzman, Routledge 1988, σελ. 22.

[3] Ο Foucault δεν υπήρξε “δομιστής” με την αυστηρή έννοια του όρου- είναι μάλιστα κάτι το οποίο αρνείται σε πολλές περιστάσεις και ρητά: Έχω αναφέρει πολλές φορές όπως λεει την έννοια “δομή” αλλά «δεν την έχω χρησιμοποιήσει ποτέ». Μιλώντας ως «ιστορικός της κουλτούρας», δεν είμαι τονίζει σε καμία περίπτωση “στρουκτουραλιστής” (“An Historian of Culture”, debate published in Il Bimestre Sept.-Dec. 1972. Βρίσκεται στο Foucault Live, Collected Interviews, 1961-1984, [ed.] S. Lotringer, editions Semiotext(e) 1996, σελ. 99). Ο Foucault, τοποθετεί τον εαυτό του σε μια διανοητική παράδοση στη Γαλλία η οποία ενδιαφερόταν για την ιστορία της επιστήμης και σχηματίστηκε κυρίως στον περιβάλλοντα χώρο γύρω από τις έρευνες του G.Canguilhem. «Δεν έχω υπάρξει ποτέ φροϋδικός, δεν υπήρξα ποτέ μαρξιστής και δεν υπήρξα ποτέ δομιστής» (“Critical Theory/ Intellectual History”, βρίσκεται στο Politics, Philosophy, Culture– Interviews & Other Writings 1977-1984, [ed.] L.D. Kritzman, Routledge 1988, σελ. 22).

[4] Κάποιοι επικριτές του πιστεύουν ότι ο Foucault βρισκόταν σε αυτή την δύσκολη θέση: παρ ’ότι μη αποδεχόμενος κανέναν σαφή «κατάλογο» ρητά εκπεφρασμένων “ανθρώπινων δικαιωμάτων”, εν τούτοις σε κρίσιμες πολιτικές καταστάσεις και σημαίνοντα γεγονότα ο ίδιος παραδέχθηκε, έστω έμμεσα, την αναγκαιότητα ορισμένων “θεμελιωδών” δικαιωμάτων.

[5] «υποκείμενα», και με τις δύο έννοιες του όρου: άτομα υπο-κείμενα σε «έλεγχο και εξάρτηση», και δεμένα με μία «ταυτότητα, μέσα από μια συνείδηση αυτογνωσίας».

[6] Βλπ. Barry Smart, 1984: Michel Foucault. Tavistock, London, κεφ. 3: “Subjects of power, objects of knowledge”.

[7] Βλπ. Α. Νεχαμάς: Η τέχνη του βίου, εκδ. Νεφέλη 2001, κυρίως σελ. 11-42 και 215-252.

images_088

Advertisements